border


border - σύνορο - frontière


- Whenever I cross a border, I remember that I am not particularly welcomed !
- Once you learn that, all borders become wide open.

- Κάθε φορά που περνάω ένα σύνορο, θυμάμαι ότι δεν είμαι και πολύ ευπρόσδεκτος !
- Μόλις το μάθεις αυτό, όλα τα σύνορα γίνονται ορθάνοιχτα.

- À chaque fois que je franchis une frontière, je me rappelle que je ne suis pas vraiment le bienvenu !
- Une fois que l'on a compris cela, toutes les frontières deviennent grandes ouvertes.